OTA VOICE
Ιστορικές & Λογοτεχνικές Διαδρομές

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ: Περικλής Γιαννόπουλος: Κλεοπάτρα

Γράφει η Αργυρώ Χατζηπαναγιώτου Εκπαιδευτικός – Μ.Α. Λογοτεχνίας (Μεθοδολογία και Έρευνα)

Ο Περικλής Γιαννόπουλος (1871-1910), ο ελληνολάτρης λόγιος,   ο θεωρητικός του ελληνοκεντρισμού, εκτός από τα έργα του Νέον Πνεύμα (1906) και Έκκλησις προς το Πανελλήνιον Κοινόν (1907) για τα οποία είναι περισσότερο γνωστός,  έγραψε και αξιόλογα πεζά ποιήματα.

Για τα ποιήματα αυτά ο Π. Γιαννόπουλος κατατάσσεται στους εκπροσώπους του λογοτεχνικού ρεύματος του Αισθητισμού, μαζί με τους, Ν. Επισκοπόπουλο, Ν. Καζαντζάκη, Π. Νιρβάνα, Σ. Πασαγιάννη, Π. Ροδοκανάκη, Κ. Χρηστομάνο.

Το ρεύμα του Αισθητισμού εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα αρχικά στην Αγγλία. Βασική του αρχή είναι η ανάδειξη του αισθητικά ωραίου, η αυτονομία της Τέχνης και ανύψωσή της πάνω από την καθημερινότητα της ζωής.

Η συγγραφική αυτή δραστηριότητα του Π. Γιαννόπουλου  είναι, αν όχι παντελώς, σχεδόν άγνωστη στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Μεταξύ των πεζών αυτών ποιημάτων υπάρχει ένα με τον τίτλο Κλεοπάτρα. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1894 με το ψευδώνυμο ΛΩΤΟΣ.

Κλεοπάτρα (απόσπασμα)

Ι

Στὴ φωτολουσμένη αμμουδιά π’ ἀγκαλιάζει ὁ Νεῖλος, στὴ φωτοκαμμένη ἀγκαλιά ποῦ κοιμᾶται ὁ ἄμμος, ‘κει ποῦ τεντώνεται μουγκό τὀ βαρύτερο τῆς Τέχνης ὄνειρο, ‘κει ποῦ σωπαίνει ἡ στοιχειωμένη Σφίγγα πεισματάρα –γεννήθηκε.

Ὁ Διάβολος παίζοντας μὲ τὀν Ἔρωτα, σὲ ἀφρόπετρα τὸ σκελετό της ἐπελέκησαν, μὲ τἀ βαθειά τῆς Ἀνατολῆς μυστήρια τὸ κορμί της ἔπλασαν ∙ ὁ Ἔρωτας με πούπουλο βγαλμένο μὲ πόνο ἀπ’ τὰ φτερά του τὸ πρόσωπό της ζωγράφησε με τὴν αἱματωμένη ἄκρη τὴ ζεστή τὰ χείλια της χάραξε, καὶ σ’ τὴν καρδιά της φτιάνοντας τὴ φωληά του τῆς ἄσφαλτες σαϊτιές τῆς χάρησε.  Σ’ τὴν   ψυχή της ξαπλόνεται ὀ Διάβολος βασιληᾶς, χαρίζοντας τὴ βελουδένια του μιλιά ∙ κ’οἱ δύο μαζὺ ἀπ’ τὰ μάτια της κυττῶντας ὁλοπόρωτοι, τῆς ἀνοίγουν την πόρτα τῆς ζωῆς  -ἔτσι γεννήθηκε.

Γεννήθηκε, βασιλοπούλα πεντάμορφη, ἡ μονάκριβη Γυναῖκα, η θεά τῆς Ἡδονῆς –ἡ Κλεοπάτρα.

ΙΙ

Το δειλινόκαμμα πολλές φορές περπατῶντας σ’τ’ ἀθεώρατα παλάτια μὲ τὸ νεκρό του μεγαλεῖο, πήγαινε σ’τὸ παμπάλαιο ηλιόσκεπο, κι’ ἀκουμπισμένη σὲ μιὰ σφίγγα, κύτταζε τὸ λαμπροπύρωτο ἡλιοβούτημα. Αἱματωμένη ἡ δύσι, φωτιά, φώταγε, κ’ἐκείνη, τεντώνοντας τὴν κορμοστασιά της σὰν τίγρις ὑπέρκαλλη, δάγκωνε τα χείλια της ἀπ’τὴ ζήλεια !

Λάμια ἀχόρταγη τὸν κὀσμο ὅλο ἤθελε ν’ἀγκαλιάσῃ, νὰ τοῦ ρουφήξῃ τἠν ἡδονή, γιὰ νὰ τὀν κυλήσῃ ὕστερα σ’τὰ πόδια της πτῶμα –γι’αὐτό γεννήθηκε. Καὶ τὰ ὄνειρά της ἤτανε    ψηλότερα απ’τῆς πυραμίδας κ’οἱ πόθοι της μεγαλύτεροι ἀπ’ τὴ Σαχάρα, κ’ ἡ ὠμορφιά της σκοτεινή Δρακόντισας ὠμορφάδα.

Μὰ τἀ βαρειά τοῦ τόπου της ὀνείρατα καὶ τὰ βαρειά παλάτια, τὴ βάρυναν βαρόκαρδη….. κ’ή ἀμμουδιά στὀ μολυβένιο της ὕπνο σώπαινε πάντα.

ΙΙΙ

Τῆς Αἰγύπτου Ἀφροδίτη αὐτή, ἤθελε τὀ ναό της νὰ χτίσῃ κάτασπρο, κατάχρυσο, καταγάλανο και ψηλότερο ἀπ’ ὅλα τἀ παλάτια κι’απ’ ὅλους τοὺς  θεούς, νὰ καθήσῃ μαγεμμένη νεράϊδα σκορπῶντας σὰ Θεά τὴν ἡδονή, σἀ Θεός τὀ θάνατο –σὲ σατανικό λαμποκόπημα.

Τῆς Αἰγύπτου Ἀφροδίτη αὐτή, ἤθελε νὰ κρατήσῃ ψηλά τοῦ ἀληθινοῦ  Ἔρωτα τὴ λαμπάδα κι’ἀνήμερη Θεά της Ἀφρικῆς νὰ δίνη τὴν ἀληθινή μετάληψι ποῦ κατακαίει τὸ κορμί  ὁλάκερο. Ἡθελε ‘στο ἱερό της μόνα αφιερώματα νἄχῃ καρδιές στημένες ποῦ νὰ στάζουν τὴν τελευταία σταλαγματιά. Ἤθελε λιβάνι ἕνα νὰ ‘χῃ μονάχα, τὴν ὑστερνή πνοή ποῦ θὰ ‘βγαινε μαζὺ μὲ τὴν ψυχή απ’τὰ ἐρωτοκαμμενα κορμιά.

Κ’ ἠ  ψυχή της ἤθελε Νείλους ἀπό ἀγάπη ἀπό πάθη, ἀπό μανίας, για νὰ χαρῇ.

ΛΩΤΟΣ, 1894

Στον πρόλογο της δημοσίευσης ο συγγραφέας παραθέτει στοιχεία του βίου της Κλεοπάτρας :

[ Ἡ  Κλεοπάτρα, βασίλισσα της  Αἰγύπτου, διωχθείσα ἐκ του θρόνου εἶνε ἑτοίμη να πολεμήσῃ πρὀς τόν ἀδελφόν της. Ὁ Ἰούλιος Καῖσαρ εἰσέρχεται εἰς τήν Ἁλεξάνδρειαν καί προσκαλεῖ τά διαμαχόμενα μέρη ἵνα κρίνῃ αὐτά.  Ἡ Κλεοπάτρα φοβουμένη τούς  αντιπάλους παραλαμβάνει πιστόν ἀκόλουθον ὅστις φέρει αὐτήν πρός τόν Καίσαρα ἐντός «στρωματοδέσμου». Ὑποδουλωθείς ὁ Ἰούλιος ὑπό τῶν σατανικῶν της θελγήτρων, έρᾶται αὐτῆς καί τήν ὁδηγεῖ θριαμβευτικῶς εἰς Ρώμην.

    Μετά θάνατον αὐτοῦ τό Ρωμαϊκόν Κράτος διαμοιράζεται μεταξύ τοῦ θετοῦ του υἱοῦ Ὀκταβίου και τοῦ Ἀντωνίου. Ἡ Κλεοπάτρα ἐπιστρέφει εἰς Αἴγυπτον, πολιτεύεται ἐρωτοτρόπως  πρός τόν Ἀντώνιον, μεταβαίνει εἰς συνάντησίν του εἰς τήν Ταρσόν, διέρχεται δέ τόν Κύδνον ποταμόν ἐν φανταστικῇ μεγαλοπρεπείᾳ κεκοσμημένη γραφικῶς ὥσπερ Ἀφροδἰτη. Ὁ Ἀντώνιος σαγηνεύεται, ὑποδουλοῦται καί ἄρχεται ἡ ζωή τῶν «ἀμιμητοβίων» καθ’ ἥν καί ὀνόματα Θεῶν ἀπέδιδον εἰς ἑαυτούς ὡς Ἴσις και Σελήνη και Διόνυσος καὶ Ὄσιρις. Ὁ Ὀκτάβιος ὅμως ἐγείρει στρατόν κατά του Ἀντωνίου, συναντᾶ αὐτό παρά το Ἄκτιον, καὶ ἤθελεν ἴσως νικηθῆ ἄν ἡ ἐπιβαίνουσα τῆς Ἀντωνιάδος Κλεοπάτρα δὲν ἐτρέπετο εἰς φυγήν, πρὸ τῆς ὁποίας πάντα ἐγκαταλείπων ὁ Ἀντώνιος τὴν ακολουθεῖ. «Συναποθανούμενοι» αὐτοκληθέντες τότε καταφεύγουν εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Ὁ Ὀκτάβιος καταδιώκει αυτούς ∙ ἡ Κλεοπάτρα κλείεται μετά τῶν θησαυρῶν της εἰς τὸν μεγαλοπρεπῆ της τάφον, ὁ δὲ Ἀντώνιος ἐπί τῇ ψευδεῖ φήμῃ τοῦ θανάτου της πίπτει ἐπί τοῦ ξίφους του, μανθάνων ὅμως ὅτι ζῇ ἀκόμη, σύρεται τραγικῷς εἰς τὸν τάφον ὅπου ἡ Κλεοπάτρα φοβουμένη ν’ ἀνοίξῃ τὰς θύρας ανασύρει αὐτόν διὰ σχοινίου ἔκ τινος παραθύρου ∙ ὁ Ἀντώνιος αποθνήσκει ∙ ἡ Κλεοπάτρα συλλαμβάνεται ζώσα. Κατἀ τὴν συνάντησίν της μετά του Ὀκταβίου προσπαθεῖ νὰ σαγηνεύσῃ καὶ αὐτόν, αποτυχοῦσα ὅμως καὶ ἐννοήσασα ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὀν θρίαμβόν του ἐν Ρώμῃ κεντᾷ τὸν ὄφιν διὰ χρυσῆς καρφίδος. Ὁ Ὀκτάβιος εἰσερχόμενος εἰς Ρώμην φέρει το ἀγαλμἀ της. ]

 

ΛΩΤΟΣ, 1894

Σημείωση: Η Κλεοπάτρα Ζ’ η Φιλοπάτωρ (69 π. Χ. – 30 π. Χ. ) ήταν Ελληνίδα βασίλισσα της Αιγύπτου, κόρη του Πτολεμαίου ΙΒ’ Αυλητή, της Δυναστείας των Πτολεμαίων επιγόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

 

Σχετικά Άρθρα

Αθηνά Γαϊτάνου Γιαννιού(1880-1952): Μια αντάρτισσα της Πόλης στην ταραγμένη Αθήνα

otavoice

Η Γκούραινα: Ιστορικό μυθιστόρημα της Ευγενίας Ζωγράφου

otavoice

“Μάρτιαι Ειδοί” του Κ. Π. Καβάφη. Μια αναλυτική προσέγγιση

otavoice

Οι Άθλιοι: Γιάννης Αγιάννης και Επίσκοπος Μυριήλ – Η σχέση των Αγιάννη και Ιαβέρη με τον Ευγένιο Φρανσουά Βιντόκ

otavoice

Οι Άθλιοι: Ο μικρός Γαβριάς και ο πίνακας του Ντελακρουά

otavoice

Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951): «Κάποια Χριστούγεννα»

otavoice